Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

Λεϊσμανίωση ("Καλα-αζαρ")

Λεϊσμανίωση ("Καλα-αζαρ")

Λεϊσμανίωση ("Καλα-αζαρ")

Η λεϊσμανίωση (ευρέως γνωστή και ως καλααζάρ) είναι ένα από τα συχνότερα νοσήματα που συναντούμε στο σκύλο, τόσο στη χώρα μας όσο και σε όλες τις μεσογειακές χώρες. Οφείλεται στο πρωτόζωο Leishmania infantum, ένα μικροσκοπικό παράσιτο το οποίο μεταδίδεται από σκύλο σε σκύλο μέσω του φλεβοτόμου (είδος σκνίπας).

Οι σκύλοι κατά τη περίοδο από άνοιξη μέχρι και φθινόπωρο μπορεί εύκολα να τσιμπηθούν από τη σκνίπα (κυρίως σε σημεία όπως γύρω από τα μάτια, στα χείλη και κοντά στα γεννητικά όργανα). Ζώα που ζουν μόνιμα σε εξωτερικούς χώρους είναι περισσότερο εκτεθειμένα (π.χ. αυλές, μπαλκόνια), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όσα μένουν μέσα στο σπίτι είναι πλήρως προστατευμένα, κυρίως αν βγαίνουν συχνές βόλτες και ιδίως τις επικίνδυνες ώρες της ημέρας (απόγευμα, βράδυ).
Η εκδήλωση της νόσου ποικίλλει τόσο στη μορφή και την ένταση των συμπτωμάτων όσο και στο χρόνο που θα μεσολαβήσει από το τσίμπημα της σκνίπας μέχρι την εμφάνιση του προβλήματος (από λίγους μήνες μέχρι 2-3 χρόνια!!). Τα συνηθέστερα συμπτώματα είναι δερματικά προβλήματα (πληγές που δε κλείνουν εύκολα ή υποτροπιάζουν μετά τη θεραπεία, πιτυρίδα- ξηρή σμηγματόρροια- σε όλο το σώμα και κυρίως στον κορμό, ξηροδερμία και απώλεια τριχώματος κυρίως γύρω από τα μάτια και στις άκρες των πτερυγίων των αυτιών) , οφθαλμολογικά προβλήματα, υπερβολική ανάπτυξη των νυχιών, απώλεια βάρους, κατάπτωση, ρινορραγία και σε σοβαρότερες περιπτώσεις νεφρική ή ηπατική βλάβη με εμφάνιση πολυουρίας-πολυδιψίας (αυξημένη ποσότητα ούρων και κατανάλωση νερού), ανορεξίας, εμετών κ.ά.

Στις περισσότερες περιπτώσεις όταν το νόσημα διαγνωστεί έγκαιρα, υπάρχει δυνατότητα φαρμακευτικής αγωγής, η οποία στοχεύει κυρίως στο να εξαλείψει τα συμπτώματα και να ζήσει ο σκύλος πολλά και καλά χρόνια, με μια πιο στενή ιατρική παρακολούθηση, καθώς το να απαλλαχθεί το ζώο πλήρως από το παράσιτο είναι δύσκολο. Σε προχωρημένες καταστάσεις όπου έχουν προσβληθεί τα ζωτικά όργανα του σκύλου η θεραπεία είναι πιο δύσκολη και μερικές φορές αδύνατη. Για αυτό συστήνεται ετήσιος τουλάχιστον αιματολογικός έλεγχος όλων των σκύλων, ώστε να αυξάνονται οι πιθανότητες επιτυχίας της φαρμακευτικής αγωγής αλλά και να μειώνεται ο κίνδυνος μετάδοσης σε άλλους σκύλους. Να σημειωθεί ότι η νόσος αφορά κυρίως τους σκύλους (άνθρωποι που κατά καιρούς έχουν μολυνθεί ανήκουν συνήθως σε ομάδες υψηλού κινδύνου όπως ασθενείς με Aids ή άνθρωποι που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτική αγωγή και μολύνονται από ανθρωπόφιλες σκνίπες).

Μέχρι σήμερα τα προληπτικά μέτρα που μπορούσαμε να πάρουμε ήταν αυτά κατά της σκνίπας, δηλαδή αντιπαρασιτικά περιλαίμια και αμπούλες με εντομοαπωθητική δράση, ψεκασμούς με εντομοαπωθητικά σκευάσματα (ειδικά κτηνιατρικά ή σιτρονέλα) κάθε απόγευμα, αποφυγή της βόλτας μετά το σούρουπο τους επικίνδυνους μήνες, διαμονή του ζώου από το απόγευμα και μετά σε κλειστούς χώρους ή προστατευμένους με σίτες. Τον τελευταίο χρόνο όμως κυκλοφόρησε σε Γαλλία και Πορτογαλία εμβόλιο κατά του νοσήματος, το οποίο από τις αρχές του 2012 κυκλοφορεί και στη χώρα μας. Το εμβόλιο μπορούν να κάνουν υγιή ζώα άνω των 6 μηνών, αφού ελεγχθούν αιματολογικά και βεβαιωθεί ότι είναι αρνητικά για το νόσημα. Τα πρωτοεμβολιαζόμενα ζώα χρειάζονται 3 εμβολιασμούς ανά 3 εβδομάδες. Η ανοσία εγκαθίσταται 2,5 μήνες μετά τη τελευταία δόση, ενώ τα επόμενα χρόνια χρειάζεται μόνο μία δόση ανά έτος.